Πειραματικό εμβόλιο mRNA κατά παιδικού καρκίνου μείωσε όγκους έως και 70%
Μελέτη σε ποντίκια δείχνει ότι ένα νέο εμβόλιο μπορεί να καθυστερήσει την εξέλιξη όγκων.
Ένα πειραματικό εμβόλιο μπορεί να αντιμετωπίσει τους πιο επιθετικούς καρκίνους της παιδικής ηλικίας, σύμφωνα με νέα μελέτη η οποία δημοσιεύεται στο περιοδικό Cell Oncology. Ερευνητές ανέπτυξαν το πρώτο εμβόλιο mRNA ειδικά για το νευροβλάστωμα και τα πρώτα αποτελέσματα σε πειραματόζωα δείχνουν ότι μπορεί να κινητοποιήσει το ανοσοποιητικό σύστημα ώστε να αναγνωρίζει και να καταστρέφει τα καρκινικά κύτταρα.
Το νευροβλάστωμα είναι ένας σπάνιος αλλά ιδιαίτερα επιθετικός όγκος που εμφανίζεται κυρίως σε βρέφη και μικρά παιδιά. Αναπτύσσεται από ανώριμα νευρικά κύτταρα κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη και ευθύνεται για περίπου το 15% των θανάτων από καρκίνο στην παιδική ηλικία. Παρά τις προόδους στις θεραπείες, πολλές περιπτώσεις υψηλού κινδύνου δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Επιπλέον, τα παιδιά που επιβιώνουν συχνά αντιμετωπίζουν σοβαρές μακροχρόνιες επιπτώσεις από τις υπάρχουσες θεραπείες.
Οι ερευνητές προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την τεχνολογία των εμβολίων mRNA, η οποία έγινε ευρύτερα γνωστή κατά την πανδημία της COVID-19. Ενώ τα εμβόλια για λοιμώξεις εκπαιδεύουν τον οργανισμό να αναγνωρίζει ιούς ή βακτήρια, τα αντικαρκινικά εμβόλια επιχειρούν να «διδάξουν» το ανοσοποιητικό σύστημα να εντοπίζει και να εξουδετερώνει καρκινικά κύτταρα.
Η πρωτεΐνη-στόχος που κρύβεται πίσω από τη νέα θεραπεία
Για να το πετύχουν αυτό, οι επιστήμονες επέλεξαν μια πρωτεΐνη που ονομάζεται GPC2. Η συγκεκριμένη πρωτεΐνη βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα σε πολλά νευροβλαστώματα, ενώ στους περισσότερους υγιείς ενήλικους ιστούς εμφανίζεται ελάχιστα ή καθόλου. Αυτό την καθιστά έναν ελκυστικό στόχο: θεωρητικά το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να επιτεθεί στα κύτταρα που τη φέρουν χωρίς να προκαλέσει εκτεταμένη βλάβη σε φυσιολογικούς ιστούς.
Το εμβόλιο δεν περιείχε έτοιμη την πρωτεΐνη αλλά τις γενετικές οδηγίες για την παραγωγή της. Οι ερευνητές αξιοποίησαν μόρια mRNA που μεταφέρουν αυτές τις οδηγίες και τα «πακέταραν» μέσα σε πολύ μικροσκοπικά νανοσωματίδια. Τα νανοσωματίδια λειτουργούν σαν μικροσκοπικά οχήματα μεταφοράς που προστατεύουν το εύθραυστο mRNA και το βοηθούν να εισέλθει στα κύτταρα.
Πώς το εμβόλιο «εκπαίδευσε» το ανοσοποιητικό σύστημα
Σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιήθηκε ένα ειδικό πεπτίδιο που ονομάζεται RALA. Για να ελέγξουν αν η προσέγγιση λειτουργεί, οι επιστήμονες πραγματοποίησαν αρχικά εργαστηριακά πειράματα. Διαπίστωσαν ότι τα νανοσωματίδια κατάφερναν να μεταφέρουν επιτυχώς το mRNA στα κύτταρα, τα οποία στη συνέχεια άρχιζαν να παράγουν την πρωτεΐνη-στόχο. Παράλληλα, τα κύτταρα εμφάνιζαν υψηλά ποσοστά επιβίωσης, στοιχείο που υποδηλώνει ότι το σύστημα μεταφοράς ήταν αποτελεσματικό.
Στη συνέχεια πέρασαν στο πιο κρίσιμο στάδιο: στις δοκιμές σε ποντίκια που είχαν αναπτύξει νευροβλάστωμα. Αφού χορηγήθηκαν στα ζώα τρεις δόσεις του εμβολίου, παρακολουθήθηκε η αντίδραση του ανοσοποιητικού και η εξέλιξη των όγκων. Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά: τα ποντίκια που έλαβαν το εμβόλιο εμφάνισαν ισχυρότερη ανοσολογική δραστηριότητα σε σχέση με τα ζώα ελέγχου. Παρατηρήθηκε αυξημένη παραγωγή Τ λεμφοκυττάρων, των κυττάρων που αποτελούν σημαντικό μέρος της άμυνας του οργανισμού απέναντι σε απειλές.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης αύξηση των λεγόμενων Τ λεμφοκυττάρων μνήμης. Πρόκειται για κύτταρα που επιτρέπουν στον οργανισμό να θυμάται έναν στόχο και να αντιδρά ταχύτερα, αν τον συναντήσει ξανά στο μέλλον. Αυτό θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό στον καρκίνο, επειδή θα μπορούσε θεωρητικά να βοηθήσει στην αντιμετώπιση πιθανής υποτροπής.
Καθυστέρηση στην ανάπτυξη των όγκων και μείωση έως 70%
Ακόμη πιο σημαντικό ήταν το αποτέλεσμα στην ανάπτυξη των όγκων. Η εμφάνιση των όγκων καθυστέρησε κατά περίπου 10 έως 11 ημέρες στα εμβολιασμένα ζώα, ενώ το μέγεθος των όγκων ήταν περίπου 70% μικρότερο συγκριτικά με τα ανεμβολίαστα ποντίκια. Παράλληλα δεν εντοπίστηκαν εμφανή σημάδια τοξικότητας ή βλάβης σε ζωτικά όργανα.
Η σημασία της μελέτης μπορεί να ξεπερνά το ίδιο το νευροβλάστωμα. Καθώς η πρωτεΐνη GPC2 εμφανίζεται αυξημένη και σε άλλες μορφές καρκίνου, η ίδια τεχνολογία θα μπορούσε στο μέλλον να προσαρμοστεί και για άλλους όγκους. Αν αυτά τα πρώτα ευρήματα επιβεβαιωθούν σε επόμενα στάδια έρευνας, ίσως πρόκειται για ακόμη ένα βήμα προς πιο στοχευμένες και εξατομικευμένες αντικαρκινικές θεραπείες.